Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2010

Σχολή Προπονητών ΕΠΟ


Πως μπορεί κάποιος να πάρει δίπλωμα προπονητή στην Ελλάδα;

Για να ξεκινήσει κάποιος να ασχολείται με την προπονητική απαιτούνται πολλά προσόντα. Καταρχήν θα πρέπει να αγαπάει το ποδόσφαιρο, να έχει φιλοδοξίες στο να πετύχει, να έχει τις απαραίτητες γνώσεις και βέβαια να μπορεί να αντιληφθεί τα προβλήματα της ομάδας του και να τα διορθώσει. Στην Ελλάδα απαιτείται κι ένα επιπλέον προσόν. Θα πρέπει προηγουμένως να…έχει παίξει μπάλα!

Στην περίπτωση του υπογράφοντος, το μικρόβιο ξεκίνησε από έναν αδιανόητο τρόπο. Το Football Manager! Με τα Manager games (όπως και με τα αθλητικά games γενικότερα) ξεκίνησα να ασχολούμαι το ’88 και πιο εντατικά από το ’95 κι έπειτα με το τότε Championship Manager. Με την προπονητική ασχολήθηκα ενεργά σε μία ερασιτεχνική ομάδα 5x5, αργότερα στην Καλλιθέα (βοηθός προπονητή στις γυναίκες) και τα τελευταία χρόνια στα Σούρμενα (βοηθός προπονητή στις ακαδημίες). Ως παίκτης ήμουν πάντοτε άχρηστος, μιας και έπαιζα ως τερματοφύλακας και δεν κατάφερα να φτάσω ούτε μέχρι το εφηβικό.

Το δίπλωμα προπονητή της ΕΠΟ

Κάποια στιγμή θέλησα κι εγώ να πάρω το περίφημο δίπλωμα προπονητή της ΕΠΟ, μιας και δεν είχα τελειώσει την γυμναστική ακαδημία. Μου το ζήτησαν άλλωστε από την ομάδα μου ώστε να μπορέσω να αναλάβω αποκλειστικά κάποιο τμήμα από τις ακαδημίες. Τον ίδιο δρόμο ακολουθούν και οι παλιοί ποδοσφαιριστές. Για τους αποφοίτους της γυμναστικής ακαδημίας υπάρχει μια εξομοίωση του διπλώματος που έχουν με αυτό της ΕΠΟ (UEFA B’) η οποία διαρκεί τρεις ημέρες. Για όλους τους υπόλοιπους, η σχολή προπονητών ΕΠΟ διαρκεί 17 ημέρες.

Μέσα σε αυτές τις 15 ημέρες, η ύλη πρέπει να διδαχθεί σε 120 ώρες (50% θεωρία και 50% πρακτική) και χωρίς καμία ημέρα ρεπό. Όπως αντιλαμβάνεστε, η περίοδος αυτή φαίνεται μικρή αλλά είναι εξαντλητική καθότι έχει ως στόχο η σχολή να μην διαρκέσει μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Άλλωστε, όλοι οι υποψήφιοι προπονητές παίρνουν άδειες απ’ τις δουλειές τους για τις δύο αυτές εβδομάδες, επομένως οι τεσσεράμισι ώρες πρακτική το πρωί και οι τεσσεράμισι ώρες θεωρία το βράδυ είναι κάτι που όλοι οι συμμετέχοντες (καθηγητές και περισσότερο υποψήφιοι προπονητές) πρέπει να ανεχτούν.

Εκτός από την θεωρία και την πρακτική, οι υποψήφιοι εξετάζονται και στο μάθημα της διαιτησίας. Σε περίπτωση που κοπούν σε ένα από τα τρία μαθήματα, μπορούν να δώσουν για επανεξέταση (πληρώνοντας άλλα 100 ευρώ) ή να ξεχάσουν το διεθνές δίπλωμα UEFA B’ και να πάρουν το δίπλωμα ΕΠΟ Α’. Αν κοπούν σε δύο από τα τρία μαθήματα και ο βαθμός τους και στα δύο μαθήματα είναι κάτω από 4 τότε θα πρέπει να επαναλάβουν τη σχολή.

Όσοι θέλουν να παρακολουθήσουν την σχολή προπονητών της ΕΠΟ, θα πρέπει να μπουν στο www.epo.gr και να πάνε στην υποκατηγορία Υποδομή/Λειτουργία Σχολών Προπονητών Ποδοσφαίρου. Το link αυτό είναι αρκετά “χωμένο” κι ελάχιστοι το έχουν αντιληθφεί. Όσοι όμως πραγματικά ενδιαφέρονται, θα πρέπει να το επισκέπτονται καθημερινά καθώς πρωτίστως από εκεί θα μάθουν πότε και σε ποια πόλη θα λειτουργήσει η επόμενη σχολή προπονητών.

Το κατώτερο δίπλωμα της σχολής είναι το UEFA B’ (σύντομα θα δημιουργηθεί και σχολή για το UEFA C’ που υπάρχει ήδη σε χώρες του εξωτερικού και αφορά αποκλειστικά ακαδημίες). Στα απαραίτητα δικαιολογητικά του UEFA B’ συγκαταλέγεται και η βεβαίωση από την ΕΠΟ ότι ο συμμετέχων υπήρξε ποδοσφαιριστής (κρατήστε το αυτό για αργότερα). Το δίπλωμα καλύπτει όλους τους προπονητές μέχρι και την κατηγορία του Περιφερειακού Πρωταθλήματος.

Όποιος αποκτήσει το δίπλωμα αυτό, μπορεί με ένα χρόνο προϋπηρεσία ως προπονητής (σε ακαδημίες ή πρώτη ομάδα) να δώσει εξετάσεις για το UEFA A’ το οποίο διαρκεί δύο 12ήμερα και καλύπτει τους προπονητές και για την Β’ και Γ’ Εθνική. Τέλος, το UEFA Pro είναι απαραίτητο σε όσους προπονητές θέλουν να καθίσουν στον πάγκο ομάδας της Super League. Αν δεν το αποκτήσουν, η ΕΠΟ τους δικαιολογεί έστω τη συμμετοχή. Βέβαια το αν όλοι οι προπονητές της Super League έχουν όντως το δίπλωμα UEFA Pro, αυτό είναι ένα άλλο θέμα προς συζήτηση!

Όσον αφορά το δίπλωμα UEFA B’, είχα τηλεφωνήσει πριν από περίπου 3-4 χρόνια στην ΕΠΟ και ζήτησα να μιλήσω με τον υπεύθυνο της σχολής προπονητών που είναι ο κ. Παπαπαναγιώτου, ζητώντας διευκρίνιση ως προς τα δικαιολογητικά.

Προς έκπληξή μου διαπίστωσα ότι κάθε συμμετέχων στη σχολή θα έπρεπε να έχει κλείσει (σύμφωνα πάντα με τον κ. Παπαπαναγιώτου) τέσσερα χρόνια σε ένα σωματείο ως ποδοσφαιριστής και να εκδώσει βεβαίωση από την ΕΠΟ.

Αυτό με εξέπληξε γιατί αφενός μεν κάτι άμπαλοι σαν εμένα δεν είχαν ούτε ένα χρόνο δελτίο σε ομάδα κι αφετέρου οι Ενώσεις Προπονητών ισχυρίζονται ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει στο εξωτερικό κι ότι έχουν υποβάλει κατ’ επανάληψη τα παράπονά τους στην ΕΠΟ και στην UEFA.

Όπως και να ‘χει, έπαιξα με τους κανόνες. Μίλησα με την ομάδα της περιοχής μου, τα Σούρμενα και ζήτησα το 2005 να μου ανοίξουν δελτίο ποδοσφαιριστή, έστω κι αν δεν πατούσα σε καμία προπόνηση της ομάδας.

Όταν έμαθα ότι τον Δεκέμβριο του 2008 θα γινόταν σχολή προπονητών στην Ανατολική Αττική (Ραφήνα) πήρα την απόφαση να συμμετάσχω, έστω κι αν το δελτίο μου στην ομάδα είχε κλείσει τρία χρόνια. Πήγα λοιπόν στην ΕΠΟ κι έβγαλα την πολυπόθητη βεβαίωση. Αργότερα βέβαια ανακάλυψα και άλλες δύο εκδοχές. Υπήρξαν συνάδελφοι οι οποίοι πήγαν στην ΕΠΣΑ Αττικής να ζητήσουν βεβαίωση για τη σχολή πληρώνοντάς την 50 ευρώ (!) και άλλοι οι οποίοι ουδέποτε είχαν δελτίο σε ομάδα και μπόρεσαν να συμμετάσχουν κανονικά (εννοείται χωρίς να έχουν κάποιο βίσμα).



Μετά απ’ όλα αυτά άρχισα από νωρίς να αντιλαμβάνομαι ότι η κατάσταση ήταν ολίγον χύμα. Για του λόγου το αληθές, όταν μάζεψα τα δικαιολογητικά και πήρα τηλέφωνο στην ΕΠΣΑ για να τα καταθέσω, έμαθα προς μεγάλη μου έκπληξη (μόλις δύο ημέρες μετά την ανακοίνωση στο site της ΕΠΟ) ότι ο αριθμός των συμμετεχόντων είχε συμπληρωθεί! “Μα πως συμπληρώθηκε;

Αφού μόλις προχθές βγήκε η ανακοίνωση στο epo.gr” ήταν η ερώτησή μου. Και η απάντηση: “Ενημερώσαμε από την πρώτη ημέρα όλα τα σωματεία”. Φυσικά μίλησα με τα Σούρμενα και ενημερώθηκα ότι ουδέποτε είχαν λάβει κάποιο σχετικό φαξ από την ΕΠΣΑ. Μετά από παρακάλια, με δέχτηκαν υπό την προϋπόθεση ότι θα κατέθετα άμεσα το παράβολο των 700 ευρώ (απαραίτητο για το δίπλωμα UEFA B’). Την επόμενη κιόλας ημέρα τα χρήματα και τα δικαιολογητικά κατατέθηκαν ώστε να σιγουρέψω πρώτος την θέση μου.

Η σχολή προπονητών ξεκινάει, στο ξενοδοχείο Avra της Ραφήνας (6-21 Δεκεμβρίου 2008). Το γήπεδο για καλή μας τύχη ήταν ακριβώς απέναντι. Υπεύθυνος σχολής ήταν ο Τέλης Μπατάκης (την λέξη “καρντάσια” την ακούγαμε ίσα με 10 φορές την ημέρα) με εξεταστές τον Μπάμπη Μιχαϊλίδη και τον Μιχάλη Μητροτάσιο. Το πρόγραμμα είχε ως εξής. Από τις 09:00 ως τις 13:30 είχαμε πρακτική στο γήπεδο της Ραφήνας, στη συνέχεια είχαμε διάλειμμα και από τις 16:30 έως τις 21:00 είχαμε μάθημα θεωρίας σε αίθουσα του ξενοδοχείου. Χειρότερα κι από στρατό δηλαδή (ούτε έξοδο δεν είχαμε), αλλά όπως προανέφερα δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά καθώς αν περικόπτονταν ώρες, οι ημέρες θα αυξάνονταν.

Την τρίτη κιόλας ημέρα το 90% της σχολής ζήτησε από τον κ. Μπατάκη να μικρύνει το μεσημεριανό διάλειμμα στη μίαμιση ώρα για να μπορούμε να σχολάμε στις 19:00 και να προλαβαίνουμε σαν άνθρωποι να διαβάσουμε και να ξεκουραστούμε.

Ο κ. Μπατάκης αρνήθηκε παρότι είχε εφαρμόσει το συγκεκριμένο σύστημα σε προηγούμενη σχολή UEFA B’. Αρνήθηκε με την αιτιολογία ότι μόλις ένας από εμάς (τους 36!) αντέδρασε και ο…νόμος του ποδοσφαίρου λέει ότι “Έστω κι ένα άτομο να έχει αντίρρηση τίποτα δεν θα πρέπει να αλλάζει”. Ναι, οκ, Book of the Football, σελίδα 95, παράγραφος 3 που θα ‘λεγε κι ο Πανούτσος.

Ενώ η κατάσταση με το θέμα της ξεκούρασης ήταν απάλευτη, ιδιαίτερα για ορισμένους από εμάς που μένουμε νότια προάστια κι η Ραφήνα μας πέφτει βαριά, εντός του γηπέδου πρέπει να ομολογήσω ότι μαθαίναμε καθημερινά απίστευτα πράγματα.

Οποιαδήποτε κι αν είναι η σχέση σας με το ποδόσφαιρο, αν δεν έχετε παρακολουθήσει σχολή προπονητών της ΕΠΟ τότε δεν έχετε ιδέα του πως πρέπει να είναι η προπονητική. Η ανάλυση που παρακολουθήσαμε στο γήπεδο κατέρριψε όλα όσα ξέραμε μέχρι τώρα για την προπόνηση. Το ιδανικό σύστημα προπόνησης, σύμφωνα πάντα με την UEFA, είναι ο προπονητής να διδάσκει στους παίκτες του αυτό που θέλει να τους μεταδώσει προοδευτικά.

Λέγοντας “προοδευτικά” εννοώ ότι θα πρέπει να εστιάζει κάθε φορά σε μία κατηγορία ασκήσεων (π.χ. πάσα ή σουτ) και να έχει την άσκηση αυτή στο μυαλό του σε όλη την διάρκεια της προπόνησης, προσπαθώντας να την διδάξει στον παίκτη σταδιακά. Αν θέλεις για παράδειγμα να προπονήσεις την μικρή μεταβίβαση, θα πρέπει από το ζέσταμα κιόλας να δώσεις μπάλα στους παίκτες σου και οι ασκήσεις που θα βάλεις να ξεκινήσουν από την απλή μορφή και σταδιακά να φτάσουν τους παίκτες σου στη μορφή παιχνιδιού. Ξεκινάς για παράδειγμα με πάσες, συνεχίζεις με παιχνίδια κατοχής σε μικρό χώρο και στο τέλος φτάνεις στο περιβόητο διπλό. Ενδιάμεσα δεν παρεμβάλεις άσχετες με το θέμα σου ασκήσεις. Με μία τέτοια μέθοδο, οι ποδοσφαιριστές θα μπορέσουν να κατανοήσουν την άσκηση καλύτερα.

Τις ασκήσεις του πρακτικού μαθήματος τις δείχναμε εμείς οι προπονητές, οι οποίοι ταυτόχρονα παριστάναμε τους παίκτες. Αυτό φυσικά δεν ήταν κι ότι καλύτερο καθότι με λιγοστές ώρες ύπνου, έπρεπε παράλληλα κάθε πρωί να τρέχουμε για τουλάχιστον τρεις ώρες.

Όσοι ήταν καλοί ποδοσφαιριστές τράβηξαν το μεγαλύτερο κουπί γιατί αναγκάζονταν να δείχνουν τις ασκήσεις σωστά (σε αντίθεση με αυτούς που δεν γνώριζαν και πολλά από μπάλα), άρα είχαν ελάχιστες ώρες ξεκούρασης. Εγώ ανήκω στους άτεχνους οπότε ήμουν τυχερός και οφείλω να δώσω συγχαρητήρια σε όσους άντεξαν και ίδρωσαν, μιας και η διαρκής και εξαντλητική προπόνηση δεν ήταν καθόλου εύκολη και πάνω απ’ όλα ήταν αφύσικη για οποιονδήποτε ποδοσφαιριστή.

Ως αποτέλεσμα αυτού, στο τέλος της σχολής ένα 20-30% των συμμετεχόντων είχε βγει off. Μάλιστα ένας από αυτούς τραυματίστηκε σοβαρά κι αναγκάστηκε απ’ την τρίτη κιόλας ημέρα να βάλει πατερίτσες τις οποίες διατήρησε μέχρι το τέλος. Οι εξεταστές του κόλλησαν το παρατσούκλι…“Robocop”.

Αυτό που παραξένεψε κάποιους από εμάς στο δεκαπενθήμερο αυτό ήταν ότι οι υπεύθυνοι της σχολής μας αντιμετώπιζαν καθημερινά και ιδιαίτερα στις αρχές, λες και ήμασταν ήδη ποδοσφαιριστές ή προπονητές.

Υπήρχαν όμως αρκετά άτομα τα οποία είτε είχαν παίξει πολύ λίγα χρόνια μπάλα, είτε δεν είχαν καθόλου εμπειρία από προπονητική. Κατ’ επέκταση, όλοι μας τις πρώτες 3-4 ημέρες ήμασταν ολίγον ψυχροί στο γήπεδο κι αυτό διότι από την πρώτη κιόλας ημέρα έπρεπε οι ίδιοι να δίνουμε εντολές στην προπόνηση (ένας ή δύο κάθε φορά, χρησιμοποιώντας το μισό γήπεδο). Τελικά όπως αποδείχτηκε, έπρεπε να γίνει έτσι, γιατί δεν υπήρχαν χρονικά περιθώρια για κάτι το διαφορετικό.
Το θέμα είναι ότι όλοι μας έπρεπε μέσα σε 15 ημέρες να βγούμε στην τελική εξέταση της πρακτικής και να παρουσιάσουμε το πρόγραμμά μας σωστά, όχι μόνο τεχνικά αλλά και όσον αφορά την γλώσσα του σώματος. Έπρεπε δηλαδή να μπούμε αμέσως στο καλούπι της σχολής, ακόμα κι αν αυτή τη μεθοδολογία της προπόνησης δεν την είχαμε διδαχθεί ποτέ στο παρελθόν από κάποιον προπονητή ως παίκτες (αναφέρομαι φυσικά και σε αυτούς που έπαιζαν μπάλα). Την τέταρτη κιόλας ημέρα πήραμε το θέμα της πρώτης άσκησής μας. Την δεύτερη εβδομάδα πήραμε το θέμα της δεύτερης πρακτικής άσκησης που ήταν και το τελικό θέμα της εξέτασης πάνω στο οποίο θα βαθμολογούμασταν.


Τα αξιοσημείωτα της σχολής

Μέσα στις 15 ημέρες που διήρκησε η σχολή συγκράτησα αρκετά περιστατικά. Καταρχήν όλοι μας κάναμε ευχάριστη παρέα που θύμιζε εποχές σχολείου, δίναμε κουράγιο ο ένας στον άλλο και παρά την κούραση δε χάσαμε ποτέ το χιούμορ μας. Επιπλέον, πέρα από τους εξεταστές, στο μάθημα της θεωρίας είχαμε και ξεχωριστές ενότητες τις οποίες διδαχθήκαμε από ειδικούς καθηγητές.

Για παράδειγμα, στο μάθημα της ψυχολογίας (μη εξεταζόμενο) μας μίλησε ένας ειδικός καθηγητής ψυχολογίας τον οποίο όλοι μας παρακολουθήσαμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το σημαντικότερο πράγμα που αποτυπώσαμε είναι ότι θα πρέπει να μαθαίνουμε στους παίκτες μας τι να διορθώσουν και όχι να τους επαναλαμβάνουμε τα λάθη μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η φράση του:

“Δεν θέλω να σκεφτείτε αυτό που θα σας πω τώρα. Δεν θέλω να σκεφτεί κανείς σας…έναν πράσινο ελέφαντα!” Από αυτό και μόνο καταλαβαίνετε πόσο άκυροι είναι όλοι οι έλληνες προπονητές που μπαίνουν στο ημίχρονο μέσα στα αποδυτήρια και στα μόλις 10 λεπτά που έχουν, κάνουν κριτική για τα λάθη που έκανε ο κάθε παίκτης τους στο πρώτο ημίχρονο αντί να τους δείχνουν τα σωστά.




Από τους υπόλοιπους καθηγητές μας άρεσε πολύ το μάθημα του καθηγητή διαιτησίας ο οποίος τα εξήγησε πολύ χύμα και σταράτα. Απάντησε δε σε όλες τις απορίες μας περί κανονισμών και έβγαλε…οφ-σάιντ μια ντουζίνα τηλεκριτικούς για ορισμένες λανθασμένες απόψεις που έχουν διατυπώσει κατά καιρούς πάνω σε αμφισβητούμενες φάσεις. Τέλος, είχαμε δύο ακόμη καθηγητές θεωρίας. Έναν φυσιοθεραπευτή και μία προπονήτρια που μας παρουσίασε μία εφαρμογή δημιουργίας προπόνησης για PC (to Tactfoot).

Προσωπικά δεν θα ξεχάσω τις παρατηρήσεις του πρώτου, ο οποίος την είπε την ώρα του μαθήματος τόσο σε εμένα, όσο και σε άλλους συναδέλφους γιατί δεν παρακολουθούσαμε εκείνη την ώρα τα λεγόμενά του. Στα μέσα του μαθήματος μας πέταξε και την σπόντα “Όλα αυτά τα βγάζω σε βιβλίο το οποίο το έχω κι εδώ μαζί μου και κοστίζει χ ευρώ αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας”. Βέβαια στη συνέχεια ξεπούλησε και τα 15 αντίτυπα που είχε μαζί του. Άλλωστε στην Ελλάδα έτσι γίνονται οι δουλειές!

Όσο για την προπονήτρια μην πάει μακριά το μυαλό σας. Πρόκειται για την κα. Ξανθή Κωνσταντινίδου. Αν δεν σας λέει κάτι το όνομα, θυμηθείτε την εθνική ομάδα γυναικών στους ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας, το 2004 και τις πεντάρες που μάζευε. Είχα αρκετές ενστάσεις όσον αφορά την επιλογή της εντεκάδας κι επειδή εκείνη την περίοδο ήμουν παράλληλα και βοηθός προπονητή στη γυναικεία ομάδα της Καλλιθέας, την ρώτησα για ποιο λόγο δεν είχε καλέσει στην Εθνική Γυναικών δύο πολύ καλές παίκτριες, την Σανιχίδου και την Κούρτη. Μου απάντησε χαρακτηριστικά

“Την πρώτη την είχα πάρει στην Εθνική Ελπίδων. Για την δεύτερη…τι έχετε πάθει όλοι και φαγωθήκατε με την Κούρτη; Τόσοι παράγοντες με είχαν πάρει τηλέφωνο να την πάρω στην Εθνική. Μέχρι και ο πρόεδρος της ΕΠΟ!”

Φυσικά η επόμενη ερώτησή μου για το αν άξιζε η κοπέλα έστω μία συμμετοχή στην Εθνική έπεσε στο κενό. “Όταν παίζει π.χ. ο Πανσερραϊκός με την Barcelona και την Ρεάλ Μαδρίτης δεν πρέπει να περιμένεις και πολλά” ήταν μία από τις ατάκες της. Η κα. Ξανθή Κωνσταντινίδου παρουσίασε το πρόγραμμα Tactfoot, με το οποίο οι προπονητές μπορούν να δημιουργήσουν ασκήσεις προπόνησης και να τις παρουσιάσουν στους παίκτες τους. Το πρόγραμμα αυτό δεν το κατάλαβε ούτε ένας στους τέσσερις από εκείνους που βρίσκονταν στην αίθουσα, με αποτέλεσμα να αναγκαστούμε όσοι το καταλάβαμε να βοηθήσουμε τους υπόλοιπους που δεν γνώριζαν από υπολογιστές. Συν τις άλλοις, η χρησιμοποίησή του βρήκε εφαρμογή μόνο στην παρουσίαση της πρακτικής εξέτασης.

Ο ισχυρισμός ότι το χρησιμοποιούν αρκετοί σύγχρονοι προπονητές σε μεγάλες ομάδες ήταν κάτι παραπάνω από άκυρος. Πηγαίντε για παράδειγμα στον Μπάγιεβιτς και πείτε του την λέξη “Tactfoot”. Πιστεύετε ότι θα σας απαντήσει; Εκτός πια κι αν οι πρόεδροι είναι τόσο ανοιχτόμυαλοι ώστε να προσλάβουν έναν βοηθό στις ομάδες τους ο οποίος θα ασχολείται αποκλειστικά με αυτό το αντικείμενο. Εκτός από τα δεκάδες bugs, το tactfoot είχε και το κακό ότι αν θέλατε να δημιουργήσετε ένα βίντεο παρουσίασης αγώνα, θα έπρεπε να φτιάξετε το βίντεο καρέ-καρέ. Αν για το κάθε καρέ που αντιστοιχεί σε ένα δευτερόλεπτο, χρειάζεστε δύο λεπτά για να τοποθετήσετε τους παίκτες στις θέσεις τους τότε πιάστο αυγό και κούρευτο!

Τα σημεία που πιστεύω ότι τόσο εγώ, όσο και πολλοί άλλοι συνάδελφοι γουστάραμε, ήταν οι αναλύσεις την ώρα της πρακτικής. Ιδιαίτερη εντύπωση μας έκαναν οι αναλύσεις του Μπάμπη Μιχαηλίδη. Και τι δεν μπορούσες να μάθεις από αυτόν τον άνθρωπο. Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο κ. Μιχαηλίδης εκτός από προπονητής σε αρκετές ομάδες, ήταν και βοηθός προπονητή του Άγγελου Αναστασιάδη στον ΠΑΟΚ και ένα απ’ τα κρυφά χαρτιά του τελευταίου για την μεγάλη πορεία της ομάδας της συμπρωτεύουσας στα κύπελλα ευρώπης, ιδιαίτερα την χρονιά που ο δικέφαλος απέκλεισε την Arsenal.

Βασικό μέλημα του κ. Μιχαηλίδη ήταν να μας βοηθήσει να μπούμε στη σωστή μεθοδολογία προπόνησης. Για παράδειγμα, κάτι που μας επεσήμαινε διαρκώς είναι το να υπάρχει πάντοτε μπάλα στο ζέσταμα της ομάδας. Χαρακτηριστικές ατάκες:

“Δεν πιστεύω στις ομάδες που είστε προπονητές να βάζετε τους παίκτες σας να τρέχουν γύρω-γύρω απ’ το γήπεδο” ή “Άμα θα τρέχει ο παίκτης μόνος του ή αν θα κλωτσάει ταυτόχρονα και μία μπάλα θα έχει διαφορά;”

Σε αυτά τι μένει να απαντήσεις; Μένει μόνο να μουντζώσεις όλους αυτούς του γερο-ξεκούτηδες που προσλαμβάνουν οι δήμοι στις τοπικές ομάδες για προπονητές και που στην περίοδο προετοιμασίας ξεπατώνουν τους παίκτες τους στο τρέξιμο στα βουνά και στα λαγκάδια. Η προπόνηση της αντοχής και της ταχύτητας διδάχθηκαν σε ειδικά μαθήματα και είναι δύο ξεχωριστά κεφάλαια τα οποία θέλουν τρέξιμο με συγκεκριμένους ρυθμούς και συγκεκριμένες χρονικές διάρκειες. Αυτά τα ξέρουν οι προπονητές στα μικρά σωματεία; Δεν έχει νόημα να απαντήσετε. Αν τα ήξεραν τότε θα βγάζαμε ποδοσφαιριστές με καλύτερη ταχύτητα και αντοχή σε σχέση με τις προηγμένες ποδοσφαιρικά χώρες.

Μέσα στο δεκαπενθήμερο, ο κ. Μιχαηλίδης μας δίδαξε πολλά πράγματα και απορήσαμε όταν μάθαμε στο τέλος της πρώτης εβδομάδας ότι θα πρέπει να φύγει από την σχολή λόγω υποχρεώσεων. Αυτό ήταν κάτι που η ΕΠΟ έπρεπε να είχε προβλέψει νωρίτερα.

Οι καθηγητές ήταν οι ίδιοι που παρέδιδαν τόσο τα θεωρητικά, όσο και τα πρακτικά μαθήματα. Πως λοιπόν ένας απ’ τους καθηγητές φεύγει στα μέσα της σχολής χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός (αν όχι ισάξιος προς το κομμάτι που κάλυπτε) αντικαταστάτης του; Αφού λοιπόν σκάσαμε τα 700 ευρώ, δεν είναι λογικό να είχαμε την απαίτηση να διδαχθούμε την προπονητική από έναν coach με μεγάλη εμπειρία στο αντικείμενο;Μιας και αναφέρθηκα στις απουσίες, θα πρέπει να σημειώσω ότι ο κ. Μπατάκης εμφανιζόταν κυρίως στο θεωρητικό μέρος. Στην πρωινή πρακτική είχε εμφανιστεί λίγες φορές.

Οι φορές αυτές όμως ήταν αρκετές για να τονίσει την παρουσία του σε εμάς. Αν κάτσω και αριθμήσω τα περιστατικά που συνέβησαν και τις αντιδράσεις του, θα φορτωθώ με μερικές αγωγές στην πλάτη γι’ αυτό θα αρκεστώ απλά να πω τι συνέβη με την δικιά μου περίπτωση που αφορά τις απουσίες στη σχολή. Σύμφωνα με τους κανονισμούς της σχολής, κάθε συμμετέχων έχει δικαίωμα να κάνει μέχρι 13 απουσίες. Αν κάνει μέχρι δυόμιση απουσίες, τότε θα έχει κέρδος ένα 10% bonus σε κάθε μάθημα (δηλαδή έναν βαθμό με άριστα το 10 με το οποίο βαθμολογούμαστε).

Αποφάσισα κι εγώ μια ημέρα να λείψω για δύο ώρες σε θεωρητικό μάθημα. Την επόμενη ημέρα ο Μπατάκης είχε απορία: “Που ήσουνα παιδί μου Γρυπάρη χθες το βράδυ;” Εγώ τώρα έπρεπε να απαντήσω; Δηλαδή συγγνώμη, αν θέλουμε να λείψουμε θα πρέπει να φέρουμε μαζί μας και χαρτί γιατρού; Μετά από αυτό ξεκίνησε ένας φαύλος κύκλος διαλόγου απ’ τον οποίο τέλος πάντων κατέληξα στο ότι δεν είχα ξανακάνει απουσία κι ότι ήμουν στο όριο του 10% ώστε να πάρω ακόμα και το bonus. Τότε ήταν που ο κ. Μπατάκης μου είπε ότι δεν είμαι στο όριο.

Πριν προλάβω να τον πλησιάσω, οι καθηγητές είχαν ήδη σημειώσει μία επιπλέον ώρα απουσίας την πρώτη ημέρα της πρακτικής. Την ημέρα δηλαδή που είχα και μάρτυρες δύο συναδέλφους με τους οποίους ερχόμασταν στο γήπεδο μαζί! Το τι καταστάσεις ροκ ακολούθησαν δεν περιγράφονται. Άντε μετά απ’ αυτό να αποδείξεις ότι δεν είσαι ελέφαντας. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο όταν φτάνεις στο σημείο στα 25 σου να είσαι ο δεύτερος μικρότερος σε ηλικία σε μια σχολή και ο υπεύθυνος αυτής να έχει τα υπερδιπλάσια χρόνια από σένα, άρα να σε αντιμετωπίζει σαν πιτσιρικά.

Γενικά όσοι γνωρίζουν τον Μπατάκη ξέρουν πολύ καλά ότι χρησιμοποιεί μία αρκετά λαϊκή γλώσσα όταν μιλάει. Στο γήπεδο μας τα είχε ψάλλει ουκ ολίγες φορές όταν δεν παρακολουθούσαμε το μάθημα, βάζοντας στην πρίζα τους καθηγητές στο να μας έχουν στην τσίτα. Εκείνη με τη σειρά τους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτε παραπάνω από το να τον ακούσουν.

Η ώρα της εξέτασης

Στο τέλος της πρώτης εβδομάδας δώσαμε το μάθημα της διαιτησίας με θέματα τα οποία ήταν αρκετά εύκολα. Τα γραπτά τα διόρθωσε ο καθηγητής διαιτησίας οπότε εύκολα ή δύσκολα όλοι μας με κάποιο τρόπο περάσαμε (εννοείται χωρίς λάδωμα, αυτά προς Θεού δεν υπάρχουν). Το ζόρι άρχισε την δεύτερη εβδομάδα όταν κάθε ημέρα εξετάζονταν 7-8 άτομα στο πρακτικό κομμάτι. Παρότι παρουσίασα ένα σωστό πρόγραμμα ασκήσεων, η γλώσσα του σώματός μου δεν ήταν η καλύτερη δυνατή λόγω άγχους, απειρίας αλλά και ηλικίας αν θέλετε. Οι συνάδελφοί μου θεώρησαν ότι πέρασα αλλά εγώ ήμουν επιφυλακτικός καθώς δεν γνωρίζαμε καθόλου τις βαθμολογίες μας. Η συνέχεια επιβεβαίωσε τις ανησυχίες μου.

Την τελευταία ημέρα δίναμε το θεωρητικό μέρος το οποίο ήταν αρκετά δύσκολο. Κάθε ημέρα παίρναμε φωτοτυπίες με τις σημειώσεις των μαθημάτων αλλά χρειαζόμασταν τις ερωτήσεις ώστε να ξέρουμε ποια θέματα επρόκειτο να είναι εντός ύλης.

Τις ερωτήσεις τις λάβαμε δύο 24ωρα πριν την εξέταση! Ήταν τέσσερις σελίδες γεμάτες με ερωτήσεις (περί τις 160 αν θυμάμαι καλά). Οι ερωτήσεις αυτές δεν είχαν απαντήσεις, ούτε κάποια υποσημείωση που να μας δείχνει σε ποιο κεφάλαιο θα πρέπει να ανατρέξουμε για να βρούμε την απάντηση. Αντίθετα, δυσκόλεψαν περισσότερο το έργο μας διότι όχι μόνο κάποιες από αυτές ήταν διπλές, αλλά ένα σημαντικό ποσοστό από αυτές δεν είχαν απάντηση σε κανένα σημείο της ύλης. Την ημέρα της εξέτασης έπρεπε να απαντήσουμε σε οκτώ ερωτήσεις με δύο υποερωτήματα η καθεμία.

Το περίεργο εδώ είναι ότι έπεσαν ακόμα και τα αδιευκρίνιστα ερωτήματα, κάτι που ανάγκασε εμάς να διαμαρτυρηθούμε και τον κ. Μπατάκη να μας πει ότι δεν θα τα υπολογίσει στην τελική βαθμολογία.

Απολογισμός

Από τους 36 συμμετέχοντες της σχολής, μετά από αλλεπάλληλα τηλέφωνα που κάναμε μεταξύ μας, βρήκαμε ότι μόλις 6-7 πρέπει να πέρασαν με επιτυχία και τα τρία μαθήματα. Οι υπόλοιποι κοπήκαμε μόνο σε ένα μάθημα, ώστε να μπορούμε είτε να ξαναδώσουμε πληρώνοντας 100 ευρώ παράβολο, είτε να παραλάβουμε το δίπλωμα ΕΠΟ Α’, το οποίο ούτως ή άλλως στην Ελλάδα είναι σχεδόν ισότιμο του UEFA B’.

Εν κατακλείδι, η αισιοδοξία των πρώτων ημερών μετατράπηκε σε απογοήτευση. Πριν βρεθούμε στη Ραφήνα, είχαμε μάθει από τους “παλιούς” προπονητές ότι στη σχολή της ΕΠΟ οι περισσότεροι συμμετέχοντες περνάνε, με εξαίρεση ένα πολύ μικρό ποσοστό.

Άλλωστε, για να μάθεις προπονητική με βάση τα πρότυπα της UEFA χρειάζεσαι πολύ περισσότερες από 15 ημέρες, οπότε οι εξεταστές έπρεπε εκ των προτέρων να είναι επιεικείς. Τους τελευταίους μήνες όμως, είδαμε στην πράξη ότι η τακτική βαθμολόγησης έχει αλλάξει και πως τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Μήπως στην ΕΠΟ γλυκοκοιτάζουν και το 100ευρω της επανεξέτασης;

Γιατί αν δεν ισχύει αυτό τότε πως κατά έναν μυστηριώδη τρόπο, όλοι οι υπόλοιποι κοπήκαμε είτε στην πρακτική, είτε στην θεωρία; Γιατί κάποιος δεν κόπηκε και στα δύο μαθήματα; Μήπως γιατί δεν θα έδινε με τίποτα άλλα 700 ευρώ; Τέλος, πως εξηγούν οι υπεύθυνοι της σχολής ότι όποιος παράγοντας ομάδας ή διεθνής ποδοσφαιριστής προσέλθει να παρακολουθήσει τη σχολή, παίρνει κατευθείαν το δίπλωμα ακόμα και χωρίς διάβασμα ή ξεπερνώντας το όριο απουσιών; Επί της τελευταίας παρατήρησης, όσοι κατάλαβαν κατάλαβαν.

Πηγή:www.gazzetta.gr

Υ.Γ. Στις τελευταίες σχολές οι περισσότεροι που παίρνουν τελικά το δίπλωμα έχουν καταγωγή από τον τόπο όπου γίνεται η σχολή, π.χ. όπως στην Έδεσσα που έγινε το Νοέμβριο του 2009. Συμπέρασμα: Για να πάρεις το δίπλωμα σίγουρα πρέπει να περιμένεις να γίνει στον τόπο κατοικίας σου η καταγωγής σου.